Τα Ελληνικά Κράτη: Τραπεζούς, Ήπειρος, Νίκαια 🏛️
Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους το 1204, ο βυζαντινός χώρος δεν χάθηκε ολόκληρος στους Λατίνους. Σε τρία σημεία της πρώην αυτοκρατορίας οργανώθηκαν ελληνικά κράτη που συνέχισαν τη βυζαντινή παράδοση: η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, το Κράτος της Ηπείρου και η Αυτοκρατορία της Νίκαιας. Από αυτά, η Νίκαια θα αναδειχθεί τελικά στο κράτος που θα ανακαταλάβει την Κωνσταντινούπολη και θα αναστήσει τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.
Η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας
Αμέσως μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους (1204) ιδρύθηκε στις νοτιανατολικές ακτές του Ευξείνου Πόντου, από τους Μεγάλους Κομνηνούς, η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας. Στην αυτοκρατορία ενσωματώθηκαν μετά την κατάκτησή τους η Σινώπη, η Παφλαγονία και η Ηράκλεια του Πόντου. Αργότερα, η κατάληψη της Σινώπης από τους Σελτζούκους απέκοψε την αυτοκρατορία από τη δυτική Μ. Ασία.
Η γεωγραφική αποκοπή της Τραπεζούντας δεν ήταν απλώς λεπτομέρεια: εξηγεί γιατί, παρότι επιβίωσε περισσότερο από όλα τα άλλα ελληνικά κράτη, δεν έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Μην τη συγχέεις με τη Νίκαια, που ήταν το κράτος που τελικά πέτυχε την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης.
Έτσι, η αυτοκρατορία της Τραπεζούντας έζησε σε απομόνωση επί 250 χρόνια και δεν άσκησε μεγάλη επίδραση στις τύχες του Βυζαντίου.
Ο μαροκινός γεωγράφος και ιστορικός Αλ-Ουμάρι (περ. 1350) περιέγραφε την Τραπεζούντα ως «μεγάλη αυτοκρατορία», με μονάρχη που κάθεται σε θρόνο, φορά στέμμα και χαίρει μεγάλης εκτίμησης από τον πάπα. Έγραφε μάλιστα ότι ο βασιλιάς της Τραπεζούντας «υπερέχει πολύ σε δύναμη από τον τωρινό αυτοκράτορα του Βυζαντίου» — μια εντύπωση που δείχνει πόσο μεγάλη ήταν η αίγλη αυτού του απομακρυσμένου ελληνικού κράτους στα μάτια των συγχρόνων του.
Το κράτος της Ηπείρου
Το κράτος της Ηπείρου ιδρύθηκε και οργανώθηκε από τον Μιχαήλ Κομνηνό Δούκα. Διάδοχός του υπήρξε ο αδελφός του Θεόδωρος (1215), ο οποίος εγκαινίασε μία περίοδο νικηφόρας επέκτασης. Επί της διακυβέρνησής του το κράτος της Ηπείρου κατέστη σοβαρός ανταγωνιστής της Νίκαιας στην προσπάθεια αποκατάστασης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Κορυφαία επιτυχία του Θεοδώρου ήταν η άλωση της Θεσσαλονίκης και η κατάλυση του Λατινικού Βασιλείου της (1224). Ακολούθως ο Θεόδωρος στέφθηκε στη Θεσσαλονίκη αυτοκράτωρ Ρωμαίων.
Με τη στέψη του Θεοδώρου στη Θεσσαλονίκη το 1224, υπήρχαν πλέον δύο ελληνικοί ηγεμόνες που διεκδικούσαν τον τίτλο του αυτοκράτορα των Ρωμαίων — ο ίδιος στην Ήπειρο και ο Θεόδωρος Λάσκαρης (και μετά ο Ιωάννης Βατάτζης) στη Νίκαια. Αυτός ο ανταγωνισμός για τη νομιμοποίηση δείχνει πόσο ζωντανή παρέμενε η ιδέα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ακόμη και χωρίς την Κωνσταντινούπολη.
Όταν όμως ο Θεόδωρος στράφηκε το 1230 κατά του τσάρου των Βουλγάρων Ιωάννη Ασάν Β', υπέστη συντριπτική ήττα σε μάχη κοντά στον ποταμό Έβρο και ο ίδιος συνελήφθη αιχμάλωτος. Τότε ο Ασάν ίδρυσε βραχύβια αυτοκρατορία, εκτεινόμενη μέχρι το Δυρράχιο.
Η αιχμαλωσία του Θεοδώρου δεν ήταν απλώς προσωπική του ατυχία: σηματοδότησε το τέλος των φιλοδοξιών της Ηπείρου να ηγηθεί της ανασύστασης της αυτοκρατορίας. Από εκείνο το σημείο και μετά, το προβάδισμα περνά οριστικά στη Νίκαια.
Η Αυτοκρατορία της Νίκαιας και η ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας
Το κυριότερο από τα ελληνικά κράτη ιδρύθηκε στη δυτική Μικρά Ασία με κέντρο τη Νίκαια. Εκεί, γύρω από τον Θεόδωρο Λάσκαρη, συγκεντρώθηκαν όλες οι πιστές στο κράτος δυνάμεις των Βυζαντινών. Οι απειλές που αντιμετώπιζε το κράτος αυτό ήταν πολλές. Όμως όταν το 1205 οι Λατίνοι ηττήθηκαν από τους Βουλγάρους, άνοιξε ο δρόμος για την εδραίωση του κράτους της Νίκαιας. Το 1208 ο Θεόδωρος στέφθηκε αυτοκράτορας και βασιλιάς των Ρωμαίων.
Ο διάδοχός του Ιωάννης Βατάτζης κατόρθωσε να επεκτείνει σημαντικά την επικράτειά του και να ανυψώσει τη μικρή αυτοκρατορία σε σημαντική δύναμη.
Η εσωτερική πολιτική του Ιωάννη Βατάτζη
Εξίσου σημαντικά υπήρξαν τα επιτεύγματα του Ιωάννη Βατάτζη στο χώρο της εσωτερικής πολιτικής. Ο Βατάτζης προσπάθησε να πατάξει τις καταχρήσεις στη διοίκηση και ίδρυσε πολλά φιλανθρωπικά ιδρύματα, για να απαλύνει την ένδεια και τα βάρη των φτωχών. Εξάλλου, με τη δημιουργία στρατιωτικών κτημάτων εξασφάλισε ένα αποτελεσματικό σύστημα άμυνας των ανατολικών συνόρων του.
Στο πλαίσιο του οικονομικού προγράμματός του ο Ιωάννης Βατάτζης απέδωσε ιδιαίτερη σημασία στην ανόρθωση της αγροτικής οικονομίας. Στόχος της οικονομικής πολιτικής του ήταν η αυτάρκεια και γι' αυτό απαγόρευσε την εισαγωγή ειδών πολυτελείας από τις ιταλικές πόλεις.
Ο ιστορικός Νικηφόρος Γρηγοράς αφηγείται πως ο ίδιος ο Βατάτζης ξεχώρισε μεγάλο κομμάτι γης για αροτριά και αμπελουργία, απέκτησε κοπάδια αλόγων, βοδιών, προβάτων, χοίρων και πουλερικά, εξασφαλίζοντας πλούσιο εισόδημα κάθε χρόνο. Το αυγό που παρήγε αυτή η αυτοκρατορική «φάρμα» ονομαζόταν αστειευόμενα «το βασιλικό αυγό». Στόχος του ήταν να δείξει στους ευγενείς πώς να καλύπτουν τις ανάγκες τους από δικές τους πηγές, χωρίς να αδικούν τους φτωχούς και τους ασθενέστερους.
Ο Ιωάννης Βατάτζης κατέστησε το κράτος του μία διεθνώς υπολογίσιμη δύναμη. Όταν πέθανε, οι κτήσεις στη Μ. Ασία ήταν απόλυτα ασφαλείς, ενώ μεγάλο τμήμα των Βαλκανίων ήταν υπό την εξουσία του. Η Ήπειρος και η εξαθλιωμένη Βουλγαρία δεν αποτελούσαν πια σοβαρό κίνδυνο, ενώ η Λατινική Αυτοκρατορία βρισκόταν σε αξιοθρήνητη κατάσταση. Χρειαζόταν ακόμη μία τελευταία προσπάθεια, για να ανακτηθεί η Κωνσταντινούπολη.
Η ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τον Μιχαήλ Παλαιολόγο
Αυτό το έργο πραγματοποιήθηκε από τον Μιχαήλ Παλαιολόγο. Το 1261 ο Μιχαήλ συνήψε με τους Γενουάτες συνθήκη, με την οποία οι τελευταίοι ανέλαβαν να προσφέρουν στον Μιχαήλ πολεμική βοήθεια κατά της Βενετίας με αντάλλαγμα τελωνειακές και φορολογικές απαλλαγές, λιμάνια και εμπορικές περιοχές της Αυτοκρατορίας. Με τα προνόμια αυτά θεμελιώθηκε η δύναμη της Γένουας στην Ανατολή, ενώ στις 25 Ιουλίου του ίδιου έτους, η Κωνσταντινούπολη έπεσε σαν ώριμος καρπός στα χέρια του στρατηγού της Νίκαιας Αλέξιου Στρατηγόπουλου.
Πρόσεξε τη διατύπωση της πηγής: η Κωνσταντινούπολη «έπεσε σαν ώριμος καρπός» στα χέρια του Στρατηγόπουλου. Δεν κυριεύτηκε μετά από μεγάλη πολιορκία ή μάχη — η Λατινική Αυτοκρατορία ήταν ήδη τόσο εξασθενημένη ώστε η ανάκτηση ήρθε σχεδόν αναίμακτα, ως αποτέλεσμα δεκαετιών προετοιμασίας από τη Νίκαια και όχι μιας μεμονωμένης στρατιωτικής επιχείρησης του 1261.
Ο Μιχαήλ Παλαιολόγος στέφθηκε τότε (Σεπτέμβριος 1261) για δεύτερη φορά αυτοκράτορας ως Μιχαήλ Η'. Η στέψη αυτή έγινε στον ναό της Αγίας Σοφίας και συμβόλιζε την αναγέννηση της Αυτοκρατορίας στις ακτές του Βοσπόρου.