Η Εικονομαχία 🖼️
α. Συνθήκες εκδήλωσης της Εικονομαχίας
Οι δύο πρώτοι Ίσαυροι (Λέων Γ' και Κωνσταντίνος Ε') υπήρξαν, σε συνεργασία με εκπροσώπους του ανωτέρου κλήρου, οι πρωτεργάτες του κινήματος της Εικονομαχίας, το οποίο συντάραξε για περισσότερο από έναν αιώνα το Βυζαντινό Κράτος (726-843).
Η εικονομαχία όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί καρπός της βούλησης ενός ή δύο αυτοκρατόρων με ιδιότυπες θρησκευτικές ιδέες. Ιδεολογική βάση του κινήματος αυτού υπήρξαν οι ανεικονικές αντιλήψεις των κατοίκων των ανατολικών επαρχιών, οι οποίες στηρίζονταν στο επιχείρημα ότι η απεικόνιση του θείου με ανθρώπινη μορφή δεν συμβιβάζεται με τον χαρακτήρα του Χριστιανισμού ως καθαρά πνευματικής θρησκείας. Εξάλλου, οι υπερβολές της λατρείας των εικόνων και των λειψάνων, μια λατρεία που άγγιζε τα όρια της δεισιδαιμονίας ανάμεσα στο λαό, ιδιαίτερα στις ευρωπαϊκές επαρχίες, προκαλούσαν σοβαρές αντιδράσεις.
Τα μέτρα που έλαβε η κεντρική εξουσία για την αντιμετώπιση του προβλήματος, κατά τις αρχές του 8ου αιώνα, δικαιολογούνται από την κρισιμότητα των περιστάσεων που αντιμετώπιζε η αυτοκρατορία την περίοδο αυτή: τα αραβικά πλοία όργωναν τις βυζαντινές θάλασσες και λεηλατούσαν ακτές, νησιά και πόλεις, παραλύοντας το εμπόριο και απειλώντας ακόμη και την ίδια τη Βασιλεύουσα (717). Την ίδια εποχή οι βυζαντινές επαρχίες στη Βαλκανική είχαν κατακλυσθεί από Σλάβους και υπέφεραν από τις επιδρομές ενός νέου γείτονα, των Βουλγάρων.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες ήταν φανερό ότι η σωτηρία της Αυτοκρατορίας εξαρτιόταν ολοκληρωτικά από τους αγροτικούς πληθυσμούς της Μ. Ασίας που υπηρετούσαν στους θεματικούς στρατούς και απέρριπταν την ιδέα της αναπαράστασης του θείου. Η εικονομαχική πολιτική ήταν η μόνη που θα μπορούσε να συμφιλιώσει την κεντρική εξουσία με τους πληθυσμούς αυτούς, και την πολιτική αυτή αποφάσισαν να εφαρμόσουν οι αυτοκράτορες της δυναστείας των Ισαύρων.
Σύμφωνα με την ιστορική έρευνα, η εικονομαχία δεν ήταν προσωπική εμμονή ενός φανατικού αυτοκράτορα, αλλά υπολογισμένη πολιτική απόφαση: μόνη αυτή θα μπορούσε να συμφιλιώσει την Κωνσταντινούπολη με τους εξαθλιωμένους αγροτικούς πληθυσμούς της ανατολικής Μ. Ασίας, οι οποίοι στήριζαν τη στρατιωτική άμυνα της αυτοκρατορίας απέναντι στους επιδρομείς.
Μην συγχέεις τις δύο αιτίες της εικονομαχίας: από τη μια οι ανεικονικές αντιλήψεις των ανατολικών επαρχιών (θρησκευτική/ιδεολογική αιτία) και από την άλλη η ανάγκη η κεντρική εξουσία να διατηρήσει την πίστη των θεματικών στρατών της Μ. Ασίας απέναντι σε Άραβες, Σλάβους και Βουλγάρους (πολιτική/στρατιωτική αναγκαιότητα). Οι εξετάσεις συχνά ζητούν και τις δύο μαζί.
β. Έναρξη της Εικονομαχίας
Αφορμή για την έναρξη της εικονομαχίας φαίνεται πως έδωσε ένας καταστροφικός σεισμός που είχε επίκεντρο τον θαλάσσιο χώρο μεταξύ Θήρας και Θηρασίας (726). Ο σεισμός ερμηνεύτηκε ως εκδήλωση θείας οργής, διότι, τάχα, η λατρεία των εικόνων αποτελούσε εκδήλωση ειδωλολατρίας στον χώρο της Εκκλησίας.
Το 726 ο Λέων Γ' εξαπέλυσε την πρώτη επίθεσή του κατά των εικόνων. Με διαταγή του ο στρατός απομάκρυνε από τη Χαλκή Πύλη των ανακτόρων μια εικόνα του Χριστού. Το οργισμένο πλήθος αντέδρασε και ξέσπασαν οδομαχίες. Η αντίδραση κατά της εικονομαχικής πολιτικής απλώθηκε από την πρωτεύουσα στο Θέμα Ελλάδος (σημερινή ανατολική Στερεά Ελλάδα). Ο θεματικός στόλος κινήθηκε εναντίον του Λέοντος, αλλά κατατροπώθηκε κοντά στον Ελλήσποντο.
Το πρώτο επίσημο εικονομαχικό διάταγμα φαίνεται ότι εκδόθηκε το έτος 730 και προέβλεπε καταστροφή των εικόνων και διώξεις κατά των εικονοφίλων. Οι διώξεις αυτές πήραν στην πράξη διάφορες μορφές: βασανιστήρια, εξορίες, δημεύσεις περιουσιών.
Το διάταγμα βρήκε αντίθετη την εκκλησία της Ρώμης. Ο πάπας, δυσαρεστημένος, στράφηκε αργότερα προς τους Φράγκους και συνδέθηκε στενά με τους ηγεμόνες τους. Έτσι η εικονομαχία είχε αρνητικές συνέπειες για τις σχέσεις της Αυτοκρατορίας με τη Δύση.
Η ρήξη του πάπα με την Κωνσταντινούπολη λόγω της εικονομαχίας δεν ήταν παροδική: η στροφή του προς τους Φράγκους άνοιξε τον δρόμο για τη μετέπειτα στενή συνεργασία παπικού θρόνου και Φράγκων ηγεμόνων, με μόνιμες συνέπειες στις σχέσεις Ανατολής-Δύσης.
γ. Κορύφωση της Εικονομαχίας
Η εικονομαχία κορυφώθηκε επί Κωνσταντίνου Ε', οπότε και προσέλαβε διαστάσεις μιας ανελέητης εκστρατείας εναντίον των μοναχών και των μοναστηριών, που αποτελούσαν τα προπύργια της εικονολατρίας. Η εκστρατεία αυτή νομιμοποιήθηκε από τη σύνοδο της Ιέρειας (754), η οποία καταδίκασε τη λατρεία των εικόνων και αναθεμάτισε τους οπαδούς της.
Το 787 όμως, επί Κωνσταντίνου ΣΤ' και Ειρήνης, η Ζ' Οικουμενική Σύνοδος καταδίκασε την εικονομαχία.
Είναι αξιοσημείωτο ότι και οι δύο μεγάλες καμπές της εικονομαχίας προς την αποκατάσταση των εικόνων συνδέονται με γυναίκες που κυβέρνησαν ως αντιβασίλισσες: η Ειρήνη το 787 και, αργότερα, η Θεοδώρα το 843.
δ. Αναζωπύρωση και τέλος της Εικονομαχίας
Η εικονομαχία αναζωπυρώθηκε από τους αυτοκράτορες Λέοντα Ε' και Θεόφιλο, χωρίς πάντως να έχει την ορμή και τον φανατισμό της πρώτης περιόδου.
Τελικά, τον Μάρτιο του 843, η σύνοδος που συγκλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τη μητέρα του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ', Θεοδώρα, και τους συνεργάτες της, Βάρδα και Θεόκτιστο, αποφάσισε την αποκατάσταση των εικόνων. Η απόφαση της συνόδου αυτής σήμανε την οριστική αποτυχία του κράτους να υποτάξει ολοκληρωτικά στη βούλησή του την Εκκλησία.
Η Ζ' Οικουμενική Σύνοδος (787) καταδίκασε την εικονομαχία μια πρώτη φορά, όμως το κίνημα αναζωπυρώθηκε λίγα χρόνια αργότερα, με τους Λέοντα Ε' και Θεόφιλο. Η οριστική, τελική αποκατάσταση των εικόνων ήρθε μόλις το 843, με τη σύνοδο που συγκάλεσε η Θεοδώρα.
Τα επιχειρήματα των εικονομάχων και των εικονολατρών
Οι δύο πλευρές στήριξαν τη θέση τους σε αντίθετα επιχειρήματα, όπως αποτυπώνονται στις πηγές της εποχής.
| Πλευρά | Βασικό επιχείρημα |
|---|---|
| Εικονοκλάστες (εικονομάχοι) | Οι εικόνες αναπληρώνουν τα είδωλα, άρα όσοι τις προσκυνούν είναι ειδωλολάτρες· δεν πρέπει να προσκυνούμε κατασκευάσματα ανθρώπινων χεριών. |
| Εικονολάτρες | Η προσκύνηση δεν αφορά την ύλη της εικόνας αλλά το πρόσωπο που απεικονίζεται· οι εικόνες κατασκευάζονται με αγαθή προαίρεση, για τη δοξολογία και την ανάμνηση των παθημάτων του Χριστού. |
Χαρακτηριστική είναι η επιστολή του Λέοντος Γ' προς τον πάπα Γρηγόριο Β', στην οποία ο αυτοκράτορας αμφισβητεί ποιος δικαιολογεί την παράδοση της προσκύνησης κατασκευασμάτων ανθρώπινων χεριών. Απέναντι σε αυτή τη θέση, ο Ιωάννης Δαμασκηνός υποστήριξε ότι η προσκύνηση απευθύνεται στο πρόσωπο και όχι στην ύλη — γι' αυτό, όπως έγραψε, αν καταστραφεί ο ξύλινος σταυρός ή μια εικόνα, το ξύλο τους καίγεται χωρίς δισταγμό, αφού δεν είναι η ύλη αυτή καθαυτή που τιμάται.
Η έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας το 726 ερμηνεύτηκε από τον αυτοκράτορα Λέοντα Γ' ως θεϊκό σημάδι ευνοϊκό για την πολιτική του κατά των εικόνων, ενώ ο λαός της Βασιλεύουσας, θλιμμένος από τις «καινοφανείς διδασκαλίες», επιχείρησε να επιτεθεί στους στρατιώτες που καθαιρούσαν την εικόνα του Χριστού από τη Χαλκή Πύλη. Το ίδιο γεγονός χρησιμοποιήθηκε και από τις δύο πλευρές για να στηρίξει τις αντίθετες θέσεις τους — χαρακτηριστικό της μεσαιωνικής νοοτροπίας, που απέδιδε τα φυσικά φαινόμενα σε θεϊκή βούληση.