1. Κείμενο
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα την Αφροδίτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Μαντώ Μαυρογένους 🌟

Πριν διαβάσουμε 📖

Το κείμενο που ακολουθεί είναι από την «Πινακοθήκη των ηρώων του 1821» και μας μεταφέρει στη Μύκονο, στις αρχές του Μαΐου του 1821, λίγες μόνο εβδομάδες μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης.

Πρωταγωνίστρια είναι η Μαντώ Μαυρογένους. Δεν είναι στρατιωτικός ούτε καπετάνιος: είναι μια νέα και πολύ πλούσια γυναίκα που αποφασίζει να τα δώσει όλα για την πατρίδα.

Το κείμενο έχει δύο σκηνές. Η πρώτη γίνεται στο λιμάνι, μπροστά σε όλο τον κόσμο, και είναι γεμάτη γιορτή, χορό και ζητωκραυγές. Η δεύτερη γίνεται κλειστά, στο αρχοντικό της, ανάμεσα στους προκρίτους — και εκεί ακούγονται τα λόγια που καθορίζουν τα πάντα. Πρόσεξε πόσο αλλάζει ο τόνος από τη μία σκηνή στην άλλη.

Το ήξερες;

Η Μαντώ Μαυρογένους δεν γεννήθηκε στη Μύκονο αλλά στην Τεργέστη της Ιταλίας, όπου η οικογένειά της ζούσε ως έμποροι. Ήξερε ξένες γλώσσες και αλληλογραφούσε με Ευρωπαίες κυρίες, ζητώντας τους να στηρίξουν τον ελληνικό αγώνα.

Το κείμενο ✍️

Στις αρχές του Μαΐου του 1821, τέσσερα πλοία βρίσκονταν στο λιμάνι της Μυκόνου. Περίμεναν τη διαταγή να ανοίξουν πανιά για την Τήνο, όπου είχε αποφασιστεί η συγκέντρωση του στόλου του Αιγαίου με αρχηγό τον Τομπάζη. Την ημέρα της αναχώρησης, η Μύκονος έμοιαζε με πόλη που πανηγύριζε. Όλος ο κόσμος είχε κατακλύσει τον χώρο του λιμανιού, που ήταν καταστόλιστο με σημαίες και αψίδες από κλαδιά δάφνης και μυρτιάς. Στο κέντρο του, παλικάρια και κοπέλες είχαν πιαστεί σε χορό, που τον συνόδευαν τραγούδια και πυροβολισμοί. Οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνα και οι παπάδες, τριγυρισμένοι από ψαλτάδες και εξαπτέρυγα, έκαναν δεήσεις και ευλογούσαν τα πληρώματα. Ξάφνου, στην πρόχειρη εξέδρα που είχε στηθεί για τους επισήμους, μια λεπτή γυναικεία σιλουέτα ξεχώρισε και προχώρησε μπροστά. Μονομιάς σταμάτησαν και βουβάθηκαν όλοι και ένας ομαδικός ψίθυρος άρχισε να σέρνεται ανάμεσα στο πλήθος: «Η Μαντώ! Η Μαντώ!…».

Ντυμένη στα ολόλευκα, η Μαντώ, κρατώντας στο ένα της χέρι μια μικρή σημαία και στο άλλο ένα μπουκέτο λουλούδια, γύρισε πρώτα κατά τους συγκεντρωμένους και τους χαιρέτησε με μια βαθιά υπόκλιση. Στη στιγμή ακούστηκε ο αντιχαιρετισμός με μια θύελλα από ζητωκραυγές και λογής επευφημίες.

Ύστερα εκείνη, απευθυνόμενη στους πολεμιστές μέσα στα πλοία, σήκωσε ψηλά τη σημαία και με τη μελωδική της φωνή είπε δυνατά:

– Λεβέντες της Μυκόνου! Η Πατρίδα αγωνίζεται και σας καλεί να τη βοηθήσετε. Ανταποκριθείτε στη μεγάλη τιμή που σας γίνεται και φανείτε άξιοι των Σαλαμινομάχων προγόνων μας. Δώστε μας τη χαρά και την περηφάνια ότι και τα δικά μας παλικάρια είναι σαν εκείνα που πολεμούν αυτή την ώρα τον εχθρό. Σας κατευοδώνουμε και σας περιμένουμε νικητές. Ελευθερία ή θάνατος! Εμπρός!

Τελειώνοντας έριξε στη θάλασσα την ανθοδέσμη που κρατούσε και μαζί με τους πρόκριτους κατευθύνθηκε προς το αρχοντικό της, όπου είχε προγραμματιστεί μαζί τους μια νέα σύσκεψη. Το θέμα που θα συζητούσαν ήταν η ασφάλεια του νησιού. Αυτό όμως απαιτούσε μεγάλα χρηματικά ποσά, που η εξοικονόμησή τους φαινόταν δύσκολη. Στέκονταν όλοι σκεφτικοί και αμήχανοι, μέχρι τη στιγμή που σηκώθηκε η Μαντώ για να δώσει λύση στο πρόβλημα και να καταπλήξει όλους λέγοντας:

– Πατριώτες! Μπήκα στην Επανάσταση αποφασισμένη να της δώσω ό,τι έχω. Ξέρετε πως είμαι πλούσια. Σας δηλώνω λοιπόν ότι από σήμερα τα πλούτη μου δεν είναι δικά μου. Είναι της Πατρίδας! Θα τα ξοδέψω όλα για την ελευθερία της. Κι όταν πια δε θα μου έχει μείνει τίποτε, θα πάω μ’ αυτούς που πολεμούν τον εχθρό να δώσω και τη ζωή μου!

Πήγε ύστερα αργά στο γραφείο της, τράβηξε ένα σακουλάκι γεμάτο χρυσά νομίσματα και το ακούμπησε μπροστά στους πρόκριτους.

– Ορίστε, είπε. Πάρτε όσα χρειάζονται για τα έξοδα των φρουρών και στείλτε αμέσως ανθρώπους μ’ ένα καΐκι στον Πειραιά να αγοράσουν όπλα, που έμαθα πως έχουν φέρει πλοία από την Ευρώπη.

Οι πρόκριτοι έμειναν για λίγο άφωνοι και ακίνητοι, σαν να τους είχε χτυπήσει κεραυνός. Μόλις συνήλθαν, σηκώθηκαν και, χλωμοί από την έκπληξη και τη συγκίνηση, της έσφιξαν ένας ένας το χέρι.

– Αρχηγός της φρουράς εσύ! της φώναξαν ύστερα μ’ ένα στόμα.

– Σας ευχαριστώ, είπε εκείνη και έκλεισε τη σύσκεψη με τη φοβερή φράση: Και μην ξεχνάτε ότι τούτη η φωτιά που άναψε στο Αιγαίο δε θα σβήσει αν δεν κάψει ή τους τυράννους μας ή εμάς!…

Οι δύσκολες λέξεις 🔍

ΛέξηΤι σημαίνει
ανοίγω πανιάΞεκινώ ταξίδι με το πλοίο
καταστόλιστοΠολύ στολισμένο
μυρτιάΘάμνος με αρωματικά φύλλα, σύμβολο τιμής
εξαπτέρυγαΛάβαρα της εκκλησίας με φτερωτές μορφές αγγέλων
δεήσειςΠροσευχές, παρακλήσεις προς τον Θεό
σιλουέταΤο περίγραμμα του σώματος, η φιγούρα
αντιχαιρετισμόςΟ χαιρετισμός που επιστρέφεται σε όποιον χαιρέτησε πρώτος
επευφημίεςΔυνατά λόγια επιδοκιμασίας και θαυμασμού
κατευοδώνωΞεπροβοδίζω κάποιον ευχόμενος καλό ταξίδι
πρόκριτοιΟι πρώτοι και πιο σεβαστοί άρχοντες ενός τόπου
αρχοντικόΜεγάλο, πλούσιο σπίτι
εξοικονόμησηΤο να βρεις ή να μαζέψεις κάτι που λείπει
καΐκιΜικρό ξύλινο ιστιοφόρο

Τι μας λέει το κείμενο 🎯

Πρώτη σκηνή: το λιμάνι

Τέσσερα πλοία περιμένουν να ξεκινήσουν για την Τήνο, όπου θα μαζευτεί ο στόλος του Αιγαίου με αρχηγό τον Τομπάζη. Η Μύκονος γιορτάζει: σημαίες, αψίδες από δάφνη και μυρτιά, χοροί, τραγούδια, πυροβολισμοί, καμπάνες και ιερείς που ευλογούν τα πληρώματα.

Μέσα σε αυτή τη βουή εμφανίζεται η Μαντώ, ντυμένη στα ολόλευκα, με μια μικρή σημαία στο ένα χέρι και ένα μπουκέτο λουλούδια στο άλλο. Όλοι σωπαίνουν μονομιάς. Η ομιλία της είναι σύντομη και δυνατή: θυμίζει στους ναύτες τους Σαλαμινομάχους προγόνους τους, τους ζητά να φανούν άξιοι και κλείνει με το σύνθημα «Ελευθερία ή θάνατος!».

Δεύτερη σκηνή: το αρχοντικό

Στη σύσκεψη με τους προκρίτους το θέμα είναι η ασφάλεια του νησιού, που χρειάζεται πολλά χρήματα. Όλοι στέκονται σκεφτικοί και αμήχανοι — κανείς δεν ξέρει από πού θα βρεθούν.

Τότε σηκώνεται η Μαντώ και δηλώνει ότι από εκείνη τη μέρα τα πλούτη της δεν είναι δικά της αλλά της Πατρίδας, και ότι όταν δεν της μείνει τίποτα θα πάει να δώσει και τη ζωή της. Δεν μένει όμως στα λόγια: φέρνει αμέσως ένα σακουλάκι με χρυσά νομίσματα και δίνει εντολή να σταλεί καΐκι στον Πειραιά για να αγοραστούν όπλα.

Πώς αντιδρούν οι πρόκριτοι

Μένουν άφωνοι και ακίνητοι, «σαν να τους είχε χτυπήσει κεραυνός». Όταν συνέρχονται, χλωμοί από την έκπληξη, της σφίγγουν ένας ένας το χέρι και της φωνάζουν όλοι μαζί: «Αρχηγός της φρουράς εσύ!». Της δίνουν δηλαδή το ίδιο το αξίωμα που συζητούσαν πώς θα χρηματοδοτηθεί.

Η σύσκεψη κλείνει με μια φράση που το κείμενο την ονομάζει «φοβερή»: ότι η φωτιά που άναψε στο Αιγαίο δε θα σβήσει αν δεν κάψει ή τους τυράννους ή τους ίδιους. Είναι δήλωση ότι πλέον δεν υπάρχει γυρισμός.

Μια αρχηγός που έμεινε χωρίς τίποτα

Η υπόσχεση της Μαντώς δεν ήταν λόγια. Ξόδεψε πραγματικά ολόκληρη την τεράστια περιουσία της για πλοία, όπλα και μισθούς αγωνιστών. Μετά την Επανάσταση έζησε φτωχή και πέθανε στην Πάρο το 1848, χωρίς να έχει ζητήσει ποτέ πίσω ούτε ένα νόμισμα.

Έλεγξε αν το κατάλαβες ✅

  1. Πότε και πού γίνονται τα γεγονότα και για ποιο νησί ετοιμάζονταν να φύγουν τα πλοία;
  2. Πώς ήταν ντυμένη η Μαντώ και τι κρατούσε στα χέρια της;
  3. Ποιους προγόνους θυμίζει στους ναύτες και γιατί;
  4. Ποιο ήταν το πρόβλημα στη σύσκεψη και πώς το έλυσε;
  5. Ποιο αξίωμα της έδωσαν οι πρόκριτοι και γιατί;