Ιστορίες με φίλους 👧👦
Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από το βιβλίο «Σαν τα χελιδόνια» της Ελένης Κατσαμά. Δύο παιδιά, ο Δημήτρης και μια μικρή Τσιγγάνα, είναι φίλοι. Εκείνη έρχεται βιαστικά στο σπίτι του κρατώντας κάτι στα χέρια της — και δεν του λέει γιατί βιάζεται. Διάβασε προσεκτικά και πρόσεξε τι κρύβεται πίσω από τη βιασύνη της.
Η μικρή Τσιγγάνα έφτασε στο σπίτι του Δημήτρη λαχανιασμένη. Κρατούσε κάτι σφιχτά. Είδε τη γιαγιά στην αυλή.
«Είναι εδώ ο Δημήτρης;»
«Δημήτρηηηη, έλα κάτω που σε θέλει η φίλη σου».
Ο Δημήτρης έβγαλε το κεφάλι του από ψηλά. Την είδε που περίμενε.
«Έρχομαι».
«Τι να σε φιλέψουμε;» τη ρώτησε η γιαγιά.
«Τίποτα, ευχαριστώ. Βιάζομαι».
Ο Δημήτρης κατέβηκε γρήγορα γρήγορα τα σκαλοπάτια.
«Πώς και έτσι νωρίς; Θα ερχόμουν να σε πάρω».
«Ήθελα να σου δώσω κάτι. Πάμε λίγο έξω».
Βγήκαν από το σπίτι και κοντοστάθηκαν.
«Λοιπόν; Τι είναι;»
Άνοιξε τα χέρια της και του έδωσε μια φυσαρμόνικα. Το αγόρι έμεινε να κοιτάει την ανοιχτή της παλάμη.
«Είναι για σένα. Τη βρήκα στα πράγματα του παππού» είπε χωρίς να πάρει ανάσα.
Ο Δημήτρης εξακολουθούσε να την κοιτάζει.
«Γιατί δεν την κράτησες εσύ;» τη ρώτησε στο τέλος.
Τα μάτια της μικρής άρχισαν τώρα να βουρκώνουν.
«Αν ήθελα, θα την κράταγα. Όμως θέλω να την πάρεις εσύ».
Άπλωσε το χέρι του και την πήρε. Ήταν πανέμορφη. Ασημένια με σκαλιστά γράμματα επάνω.
«Δεν ξέρω να παίζω, όμως δε θα αργήσω να μάθω. Ευχαριστώ!» Την κοίταξε βαθιά στα σκοτεινά της μάτια. «Πολύ!»
«Χαίρομαι που σ' αρέσει. Τώρα πρέπει να βιαστώ, γιατί η μάνα μου με περιμένει».
«Στάσου λίγο. Έχω κάτι κι εγώ για σένα. Σκεφτόμουν να σ' το δώσω αργότερα, μα αφού ήρθαν έτσι τα πράγματα… Περίμενε».
Έτρεξε γρήγορα πάνω και ξανακατέβηκε στη στιγμή. Της έδωσε μια χρωματιστή πέτρα.
«Τη βρήκα μόνος μου. Όταν έψαχνα κάτω στη θάλασσα. Μόλις την είδα, σκέφτηκα να τη χαρίσω σε σένα».
Την πήρε στα χέρια της.
«Δεν έχω ξαναδεί πιο όμορφη πέτρα!»
«Πήγαινε τώρα γιατί θα αργήσεις. Θα περάσω σε καμιά ώρα να πάμε να δούμε τον Θωμά».
«Γεια σου, Δημήτρη!»
Γύρισε και άρχισε να τρέχει. Ο Δημήτρης μπήκε μέσα…
Ο ουρανός σαν ν' άρχισε να σκοτεινιάζει. Κι ένας αέρας χτύπαγε μ' επιμονή τα δέντρα. Το αγόρι ετοιμάστηκε να βγει.
Πλησίασε στο ξέφωτο και κοντοστάθηκε. Ο τόπος που ήταν άλλοτε πλημμυρισμένος από ζωή είχε τώρα σωπάσει. Δεν υπήρχε ψυχή. Μονάχα ερημιά.
Έτρεξε με όλη του τη δύναμη, κρατώντας τη φυσαρμόνικα στο χέρι, προς το λιμάνι. Όποιοι τον έβλεπαν απορούσαν. Ένα καράβι σήκωνε την άγκυρα. Την είδε που στεκόταν στα κάγκελα του πλοίου. Τον είδε και σήκωσε το χέρι της. Κάτι φάνηκε να του λέει, όμως εκείνος δεν την άκουγε. Δυνατός αέρας φύσηξε. Τρύπωσε στη φυσαρμόνικα που σφιχτά κρατούσε, κι εκείνη σαν να άφησε έναν ήχο. 🎵
Ελένη Κατσαμά, «Σαν τα χελιδόνια», εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 1997
Τα χελιδόνια είναι αποδημητικά πουλιά: έρχονται την άνοιξη και φεύγουν το φθινόπωρο, για να ξαναγυρίσουν. Ο τίτλος του βιβλίου παρομοιάζει έτσι τους ανθρώπους που μετακινούνται από τόπο σε τόπο — όπως το κορίτσι της ιστορίας.
Τι δείχνουν τα δώρα 🎁
Τα δύο παιδιά ανταλλάσσουν δύο πολύ ταπεινά αντικείμενα, που όμως αξίζουν πολλά:
| Δώρο | Ποιος το δίνει | Τι σημαίνει |
|---|---|---|
| Η ασημένια φυσαρμόνικα | το κορίτσι στον Δημήτρη | ήταν του παππού της, δηλαδή δίνει κάτι από την οικογένειά της |
| Η χρωματιστή πέτρα | ο Δημήτρης στο κορίτσι | τη βρήκε μόνος του στη θάλασσα και τη φύλαγε γι' αυτήν |
Κανένα από τα δύο δώρα δεν αγοράστηκε. Και τα δύο έχουν μια ιστορία πίσω τους — γι' αυτό μετράνε τόσο.
Ευθύς και πλάγιος λόγος 🗣️
Το κείμενο είναι γεμάτο διάλογο. Όταν γράφουμε τα λόγια κάποιου ακριβώς όπως τα είπε, μέσα σε εισαγωγικά ή μετά από παύλα, έχουμε ευθύ λόγο. Όταν τα περιγράφουμε σε κάποιον άλλο, έχουμε πλάγιο λόγο.
Ευθύς λόγος
– Πώς και έτσι νωρίς;
– Ήθελα να σου δώσω κάτι.
Πλάγιος λόγος
Ο Δημήτρης ρώτησε το κορίτσι πώς και ήρθε τόσο νωρίς και εκείνο του απάντησε ότι ήθελε να του δώσει κάτι.
Για να περάσουμε από τον ευθύ στον πλάγιο λόγο:
- Προσθέτουμε τα ονόματα των προσώπων, γιατί ο ακροατής δεν ξέρει ποιος μιλάει.
- Βάζουμε συνδέσμους (ότι, να, αν, πώς) για να ενώσουν τις προτάσεις.
- Χρησιμοποιούμε ρήματα όπως ρώτησε, απάντησε, είπε, παρακάλεσε.
- Αλλάζουμε το πρόσωπο των ρημάτων από πρώτο σε τρίτο: ήθελα ⇒ ήθελε.
Οι αντωνυμίες 🔁
Στην τελευταία σκηνή η συγγραφέας δε γράφει συνέχεια «ο Δημήτρης» και «το κορίτσι». Γράφει τον, την, του. Αυτές οι λέξεις είναι αντωνυμίες — από το αντί + όνομα, δηλαδή «στη θέση του ονόματος».
Οι λέξεις τον, την, το, της, του μπορεί να είναι άρθρα ή αντωνυμίες. Ο κανόνας είναι απλός:
- Τα άρθρα συνοδεύουν ονόματα: τον πατέρα, τη φίλη, το μαγαζί.
- Οι αντωνυμίες συνοδεύουν ρήματα: της έγραψα, της πήρατε δώρο, τον είδε.
Ας το σκεφτούμε 💭
- Γιατί το κορίτσι δεν είπε στον Δημήτρη ότι φεύγει;
- Γιατί ο Δημήτρης δεν άκουσε τι του φώναζε από το πλοίο;
- Τι θέλει να μας πει η συγγραφέας με τον ήχο που έβγαλε η φυσαρμόνικα στο τέλος;