1. Κείμενο
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα την Αφροδίτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Τριήμερο στα κάγκελα 🚩

Ο Φώντας Κονδύλης ήταν εκεί, μέσα στο πλήθος έξω από το Πολυτεχνείο, τις τρεις μέρες του Νοέμβρη του 1973. Δεν γράφει σαν ιστορικός που μας λέει τι έγινε. Γράφει σαν άνθρωπος που θυμάται τι είδε και τι ένιωσε εκείνη τη νύχτα. Γι' αυτό το κείμενο μοιάζει με ποίημα: μικρές προτάσεις, δυνατές εικόνες, και μια σιωπή ανάμεσά τους.

Το κείμενο

Σε μια στιγμή παραμερίζει το πλήθος. Μαζί του κι εμείς. Παραμερίζουμε για να περάσει μια εικόνα ζωής, νιογέννητη κι αυτή, φερμένη όμως από πολύ παλιά παραμύθια 📖:

Ένας άντρας –ο πατέρας πρέπει να είναι– και στον σβέρκο του καθισμένο ένα μικρό παιδί 👨‍👦. Πολύ μικρό. Περνούν αμίλητοι ανάμεσά μας και το παιδί από ψηλά, μ' ένα πρόσωπο σοβαρό, κοιτάζει όλους μας αμίλητο κουνώντας με το χέρι του ένα χάρτινο σημαιάκι 🚩. Πού βρέθηκε τέτοια ώρα το παιδί; Πού βρέθηκε το σημαιάκι; Τα παιδιά τέτοια ώρα κοιμούνται 🛌. Τα σημαιάκια τέτοια ώρα είναι θαμμένα σε μπαούλα περιμένοντας κάποια εθνική γιορτή για να βγουν και να κρατηθούν από παιδικά χέρια.

Υποδεχόμαστε σιωπηλοί τη νέα ζωή που περνάει ανάμεσά μας.

Να γονατίσουμε πρέπει.

Να σκύψουμε τα κεφάλια μας πρέπει στη νέα ζωή 🙇.

Παραμερίζουμε μόνο. Και σωπαίνουμε. Και το παιδί προχωράει πιο πάνω, όλο πιο πάνω, και το αυλάκι που ανοίγει πίσω του ξανακλείνει.

Τώρα το παιδί φαντάζει από μακριά σαν να πορεύεται μοναχό του πάνω απ' τα κεφάλια μας, σαν να ξανάγινε το θαύμα λες, και περπατάει πάνω στα κύματα 🌊 το παιδί, έπειτα από τόσους αιώνες, δίχως να βουλιάζει.

Ώρα μεσάνυχτα 🌙.

Σείεται η γη απ' άκρη σ' άκρη. Τρίζουν τα παράθυρα. Παραβιάζονται οι πόρτες 🚪. Όχι! Δεν είναι οχλοβοή. Είναι φωνές καθαρές. Δεν είναι όχλος. Δεν είναι βουητό. Είναι απόσταγμα γνώσης αιώνων, που τη ζύμωσαν οι άνθρωποι μέσα σε μπουντρούμια και σε κρυφά σχολειά.

Χάνομαι προς τα αριστερά. Άλλος κόσμος στριμώχνεται εδώ. Κάποιοι κουβαλάνε θεόρατα πανέρια γεμάτα τρόφιμα 🧺. Για τα παιδιά. Για την καρδιά την πολιορκημένη ❤️.

Φώντας Κονδύλης, Τριήμερο στα κάγκελα, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 1987

Οι τρεις σκηνές του κειμένου 🎬

Το κείμενο δεν λέει μία ιστορία με αρχή και τέλος. Δείχνει τρεις στιγμές, σαν τρεις φωτογραφίες.

ΣκηνήΤι βλέπουμεΤι σημαίνει
Το παιδί με το σημαιάκιΈνας πατέρας κουβαλά στους ώμους ένα πολύ μικρό παιδί που κρατά χάρτινη σημαίαΗ νέα γενιά έρχεται στον αγώνα· το μέλλον περνά ανάμεσά μας
Τα μεσάνυχταΗ γη σείεται, οι φωνές είναι καθαρές, όχι οχλοβοήΔεν είναι όχλος αλλά άνθρωποι με συνείδηση και γνώση
Τα πανέριαΓείτονες κουβαλούν τρόφιμα στους πολιορκημένουςΟ απλός κόσμος στηρίζει σιωπηλά τους νέους
Το παιδί που περπατά πάνω στα κύματα

Όταν ο συγγραφέας γράφει ότι το παιδί «περπατάει πάνω στα κύματα δίχως να βουλιάζει», δανείζεται μια εικόνα από τα Ευαγγέλια. Τα «κύματα» εδώ είναι τα κεφάλια του πλήθους, που κινούνται σαν θάλασσα. Έτσι το μικρό παιδί μοιάζει με θαύμα — κάτι ιερό που περνά ανάμεσα στους ανθρώπους.

Για να το σκεφτούμε 💭

  • Γιατί ο συγγραφέας απορεί τόσο πολύ που βλέπει σημαιάκι μέσα στη νύχτα;
  • Τι εννοεί όταν λέει «Να γονατίσουμε πρέπει»; Σε ποιον γονατίζει;
  • Ποια είναι «η καρδιά η πολιορκημένη» στην τελευταία γραμμή;