1. Κείμενο
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα την Αφροδίτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

Η πορεία προς το μέτωπο 🎖️

Πριν διαβάσουμε 📖

Το κείμενο που ακολουθεί το έγραψε ο Οδυσσέας Ελύτης και ανήκει στο έργο του «Άξιον εστί». Ο ίδιος ο ποιητής πολέμησε ως αξιωματικός στον πόλεμο του 1940 στην Αλβανία, γι' αυτό και γράφει σαν να είναι ένας από τους στρατιώτες: λέει «εμείς», «βαδίζαμε», «μοιραζόμασταν».

Δεν είναι ποίημα με ομοιοκαταληξία. Είναι μια αφήγηση σε πεζό λόγο, γεμάτη εικόνες. Καθώς το διαβάζεις, φαντάσου μια σειρά από στρατιώτες που περπατούν νύχτα, μέσα στη λάσπη και στη βροχή, προς την πρώτη γραμμή του πολέμου.

Το ήξερες;

Ο Ελύτης μιλάει για «του Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων». Τα Φώτα είναι στις 6 Ιανουαρίου και του Αγίου Ιωάννη στις 7. Άρα η πορεία που περιγράφει έγινε στις 7 Ιανουαρίου 1941, μέσα στην καρδιά του χειμώνα.

Το κείμενο ✍️

Ξημερώνοντας του Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί, από Χιμάρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ' την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σχεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.

Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω που συνήθιζε το αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης και δειλά συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου 🐕 ή τον αχό της μακρινής καμπάνας 🔔, να που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε στο μόνο αχολόι που ξέραμε: στο αργό και στο βαρύ των κανονιών, στο ξερό και στο γρήγορο των πολυβόλων.

Νύχτα πάνω στη νύχτα 🌙 βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ' τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι 🤐, φέγγοντας μ' ένα μικρό δαδί 🕯️, μια μια μοιραζόμασταν τη σταφίδα 🍇. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετό, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως τον λαιμό, κι ήταν αυτό πιο απ' την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα 📯, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τα αεροπλάνα ✈️.

Τι μας λέει το κείμενο 🔍

Γιατί ξεκινούν

Οι στρατιώτες παίρνουν διαταγή να πάνε στην πρώτη γραμμή, από τη Χιμάρα ως το Τεπελένι, για να αντικαταστήσουν τους Αρτινούς. Εκείνοι πολεμούσαν από την πρώτη μέρα του πολέμου, είχαν χάσει σχεδόν τους μισούς τους άντρες και δεν άντεχαν άλλο.

Οι δώδεκα μέρες ανάπαυλας

Πριν από την πορεία, η μονάδα ήταν δώδεκα μέρες πίσω, στα χωριά. Εκεί το αυτί των στρατιωτών ξανάμαθε τους ήχους της ειρήνης: το τρίξιμο της γης, το γάβγισμα ενός σκύλου, μια μακρινή καμπάνα. Ο ποιητής βάζει αυτούς τους γλυκούς ήχους δίπλα στους ήχους του πολέμου — το βαρύ των κανονιών, το γρήγορο των πολυβόλων. Η αντίθεση δείχνει πόσο απότομα χάνεται η κανονική ζωή.

Οι κακουχίες της πορείας

Τι τους βασανίζειΠώς το λέει ο ποιητής
Το σκοτάδιΒαδίζουν «ίδια τυφλοί», ο ένας πίσω από τον άλλο
Η λάσπηΤο πόδι βουλιάζει «ίσαμε το γόνατο»
Η βροχή«Ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας»
Η πείναΜοιράζονται σταφίδες, «μια μια»
Οι ψείρεςΞύνονται «όσο να τρέξουν τα αίματα»
Ο φόβοςΠροχωρούν πριν ξημερώσει, για να μην τους δουν τα αεροπλάνα

Πώς νιώθουν οι στρατιώτες

Ο Ελύτης δεν γράφει «φοβόμασταν» ή «ήμασταν λυπημένοι». Το δείχνει με εικόνες: η σιωπή στις στάσεις, το «ίδια τυφλοί», το «σαν τα ζα». Οι άντρες προχωρούν από καθήκον, εξαντλημένοι αλλά πειθαρχημένοι, χωρίς παράπονο και χωρίς μεγάλα λόγια.

Έλεγξε αν το κατάλαβες ✅

  1. Ποια μέρα και για ποιον λόγο πήραν οι στρατιώτες διαταγή να προχωρήσουν;
  2. Ποιους ήχους της ειρήνης είχε αρχίσει να ξαναμαθαίνει το αυτί τους στα χωριά;
  3. Γιατί βάδιζαν νύχτα και όχι μέρα;
  4. Ποιο βάσανο λέει ο ποιητής ότι ήταν χειρότερο ακόμη και από την κούραση;
  5. Τι εννοεί όταν γράφει ότι προχωρούσαν «σαν τα ζα»;