Μικροοργανισμοί 🦠
Γύρω μας, αλλά και μέσα μας, ζουν δισεκατομμύρια όντα τόσο μικρά που το γυμνό μάτι δεν μπορεί να τα διακρίνει. Ως μικροοργανισμοί ή μικρόβια χαρακτηρίζονται γενικά οι οργανισμοί που έχουν μέγεθος μικρότερο από 0,1 mm.
Πολλοί μικροοργανισμοί, όπως τα νιτροποιητικά βακτήρια, περνούν ολόκληρη τη ζωή τους ελεύθεροι στο φυσικό περιβάλλον. Άλλοι, για να επιβιώσουν και να αναπαραχθούν, περνούν ένα μέρος ή ολόκληρη τη ζωή τους μέσα σε κάποιον πολυκύτταρο οργανισμό. Οι μικροοργανισμοί αυτοί ονομάζονται παράσιτα, ενώ ο οργανισμός που τους «φιλοξενεί» ονομάζεται ξενιστής.
Μερικοί από τους μικροοργανισμούς που χρησιμοποιούν τον άνθρωπο ως ξενιστή μπορεί να προκαλέσουν διαταραχές στην υγεία του. Αυτοί ονομάζονται παθογόνοι μικροοργανισμοί.
Οι περισσότεροι όμως μικροοργανισμοί όχι μόνο δεν είναι βλαβεροί για τον άνθρωπο, αλλά αντίθετα είναι χρήσιμοι ή και απαραίτητοι, καθώς συμμετέχουν σε σημαντικές διεργασίες —όπως η αποικοδόμηση της νεκρής οργανικής ύλης— ή χρησιμοποιούνται από τον άνθρωπο για την παραγωγή ουσιών χρήσιμων σε διάφορους τομείς, όπως η υγεία και η διατροφή.
Ένα ενδιαφέρον παράδειγμα είναι το βακτήριο Escherichia coli (E. coli), που ζει στο έντερο του ανθρώπου. Όταν βρίσκεται σε μικρό αριθμό και δε μεταναστεύει σε άλλους ιστούς και όργανα, αποτελεί φυσιολογική μικροχλωρίδα για τον άνθρωπο: παράγει χρήσιμες χημικές ουσίες που ο άνθρωπος δεν μπορεί να συνθέσει μόνος του (π.χ. τη βιταμίνη Κ) και συμβάλλει στην άμυνα του οργανισμού. Αν όμως, για κάποιο λόγο, αυξηθεί υπερβολικά ή βρεθεί σε άλλους ιστούς, τότε προκαλεί την εκδήλωση ασθενειών. Μικροοργανισμοί σαν αυτόν χαρακτηρίζονται ως δυνητικά παθογόνοι.
Το E. coli δεν είναι «καλό» ή «κακό» από μόνο του — όλα εξαρτώνται από τη θέση και την ποσότητα. Μέσα στο έντερο, σε φυσιολογικό αριθμό, είναι χρήσιμος σύμμαχος του οργανισμού. Αν όμως βρεθεί, για παράδειγμα, στην ουροδόχο κύστη, μπορεί να προκαλέσει σοβαρή λοίμωξη. Αυτή η διπλή ταυτότητα είναι χαρακτηριστική πολλών μικροοργανισμών της φυσιολογικής μας χλωρίδας.
1.2.1 Κατηγορίες παθογόνων μικροοργανισμών 🧫
Οι παθογόνοι μικροοργανισμοί μπορεί να είναι ευκαρυωτικοί, προκαρυωτικοί ή ιοί. Στους ευκαρυωτικούς ανήκουν τα πρωτόζωα και οι μύκητες, ενώ στους προκαρυωτικούς τα βακτήρια. Οι ιοί αποτελούν ακυτταρικές, μη αυτοτελείς μορφές ζωής.
Πρωτόζωα
Τα πρωτόζωα είναι μονοκύτταροι ευκαρυωτικοί οργανισμοί. Τα περισσότερα αναπαράγονται μονογονικά με διχοτόμηση. Κινούνται είτε σχηματίζοντας ψευδοπόδια (όπως η αμοιβάδα) είτε με τις βλεφαρίδες ή τα μαστίγια που διαθέτουν.
Ανάμεσα στα παθογόνα πρωτόζωα ξεχωρίζουν:
| Είδος | Τρόπος μετάδοσης / Χαρακτηριστικά | Νόσος που προκαλεί |
|---|---|---|
| Πλασμώδιο (Plasmodium) | Μεταδίδεται από τα κουνούπια | Ελονοσία |
| Τρυπανόσωμα (Trypanosoma) | Μεταδίδεται από τη μύγα τσετσέ | Νόσος του ύπνου |
| Ιστολυτική αμοιβάδα (Entamoeba histolytica) | Μολυσμένη τροφή ή νερό | Αμοιβαδοειδής δυσεντερία |
| Τοξόπλασμα (Toxoplasma gondii) | Μεταδίδεται από κατοικίδια ζώα | Προσβάλλει πνεύμονες, ήπαρ, σπλήνα· προκαλεί αποβολές σε εγκύους |
Το τοξόπλασμα μεταδίδεται συχνά μέσω κατοικίδιων ζώων (κυρίως γάτες) και είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο για τις εγκύους, καθώς μπορεί να προκαλέσει αποβολή ή σοβαρά προβλήματα στο έμβρυο. Γι' αυτό συστήνεται ιδιαίτερη προσοχή στην υγιεινή κατά την επαφή με κατοικίδια στη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Μύκητες
Οι μύκητες είναι ευκαρυωτικοί μονοκύτταροι ή κοινοκυτταρικοί οργανισμοί, δηλαδή διαθέτουν κυτταρόπλασμα με πολυάριθμους πυρήνες. Οι περισσότεροι μύκητες αποτελούνται από απλές νηματοειδείς δομές, τις υφές.
Οι μύκητες μπορεί να παρασιτούν σε ζωντανούς οργανισμούς ή να ζουν ελεύθεροι στο έδαφος, στο νερό, στον αέρα, στα τρόφιμα. Πολλαπλασιάζονται μονογονικά είτε με απλή διχοτόμηση είτε με εκβλάστηση: σε κάποιο σημείο του αρχικού κυττάρου σχηματίζεται ένα εξόγκωμα, το εκβλάστημα, το οποίο, όταν αναπτυχθεί αρκετά, είτε παραμένει ενωμένο με τον γονικό οργανισμό είτε αποκόβεται και ζει πλέον ως αυτοτελής οργανισμός.
Τα νοσήματα που προκαλούνται στον άνθρωπο από παθογόνους μύκητες ονομάζονται μυκητιάσεις. Η Candida albicans, ανάλογα με το όργανο που προσβάλλει, μπορεί να προκαλέσει πνευμονική καντιντίαση, κολπίτιδα ή στοματίτιδα. Τα δερματόφυτα αποτελούν ειδική κατηγορία μυκήτων που προσβάλλουν το δέρμα —ιδιαίτερα το τριχωτό μέρος της κεφαλής, αλλά και τις μεσοδακτύλιες περιοχές των ποδιών— προκαλώντας ερυθρότητα και έντονο κνησμό.
Βακτήρια
Τα βακτήρια είναι προκαρυωτικοί οργανισμοί, δηλαδή δε διαθέτουν οργανωμένο πυρήνα. Συνήθως σχηματίζουν αθροίσματα, τις αποικίες. Το σχήμα τους μπορεί να είναι ελικοειδές (σπειρύλλια), σφαιρικό (κόκκοι) ή ραβδοειδές (βάκιλοι).
Το γενετικό τους υλικό (DNA) βρίσκεται κατά κανόνα σε μια συγκεκριμένη περιοχή, την πυρηνική περιοχή ή πυρηνοειδές. Συχνά διαθέτουν επιπλέον μικρότερα μόρια γενετικού υλικού, τα πλασμίδια. Η πλασματική τους μεμβράνη περιβάλλεται από κυτταρικό τοίχωμα, και ορισμένα βακτήρια διαθέτουν επιπλέον ένα εξωτερικό περίβλημα, την κάψα. Δεν έχουν μεμβρανώδη οργανίδια, διαθέτουν όμως ριβοσώματα, όπου γίνεται η σύνθεση των πρωτεϊνών τους.
| Δεν έχουν | Έχουν πάντα | Μπορεί να έχουν |
|---|---|---|
| Οργανωμένο πυρήνα (είναι προκαρυωτικοί) | Κυτταρικό τοίχωμα | Κάψα |
| Μεμβρανώδη οργανίδια | Ελεύθερα ριβοσώματα | Μαστίγια |
| — | Πυρηνοειδές (όπου βρίσκεται το γενετικό υλικό) | Βλεφαρίδες |
Τα βακτήρια αναπαράγονται κυρίως μονογονικά με απλή διχοτόμηση, και η αναπαραγωγή τους διαρκεί πολύ μικρό χρονικό διάστημα — ορισμένα, σε ευνοϊκές συνθήκες, διαιρούνται κάθε 20 λεπτά. Σε αντίξοες συνθήκες, όπως ακραίες θερμοκρασίες ή ακτινοβολία, πολλά βακτήρια μετατρέπονται σε ανθεκτικές μορφές, τα ενδοσπόρια. Τα ενδοσπόρια είναι αφυδατωμένα κύτταρα με ανθεκτικά τοιχώματα και πολύ χαμηλούς μεταβολικούς ρυθμούς. Όταν οι συνθήκες ξαναγίνουν ευνοϊκές, κάθε ενδοσπόριο βλασταίνει και δίνει ένα νέο βακτήριο.
Ένα βακτήριο E. coli, κάτω από ευνοϊκές συνθήκες, διαιρείται κάθε 20 λεπτά. Σε μία ώρα προκύπτουν 2³ = 8 βακτήρια. Σε μία ημέρα ολοκληρώνονται 24 × 3 = 72 διαιρέσεις, δηλαδή 2⁷² βακτήρια — έναν αριθμό με 22 ψηφία (περίπου 4,7 × 10²¹)! Στην πράξη αυτός ο ρυθμός δεν διατηρείται για πολύ, γιατί η τροφή και ο χώρος εξαντλούνται, αλλά ο υπολογισμός δείχνει γιατί μια μικρή μόλυνση μπορεί να εξελιχθεί πολύ γρήγορα σε σοβαρή λοίμωξη.
Μερικά παθογόνα βακτήρια είναι υπεύθυνα για σοβαρές ασθένειες του ανθρώπου, όπως το Vibrio cholerae (χολέρα) και το Treponema pallidum (σύφιλη).
| Είδος | Παθογόνος δράση |
|---|---|
| Staphylococcus aureus / epidermidis | Αιμόλυση ερυθρών αιμοσφαιρίων, καταστροφή λευκών αιμοσφαιρίων, οστεομυελίτιδα, ενδοκαρδίτιδα, μαστίτιδα, μηνιγγίτιδα, πνευμονία, τροφικές δηλητηριάσεις |
| Streptococcus pyogenes | Εξανθήματα (οστρακιά), στρεπτοκοκκική αμυγδαλίτιδα |
| Streptococcus pneumoniae | Οξεία λοβώδης πνευμονία, παραρρινοκολπίτιδα |
| Neisseria meningitidis | Μηνιγγίτιδα |
| Neisseria gonorrhoeae | Βλεννόρροια |
| Brucella melitensis | Μελιταίος πυρετός |
| Haemophilus influenzae | Ρινοφαρυγγίτιδα, παραρρινοκολπίτιδα, πνευμονία |
| Klebsiella pneumoniae | Ουρολοιμώξεις, μηνιγγίτιδα |
| Proteus mirabilis | Ουρολοιμώξεις |
| Salmonella typhi | Σαλμονελώσεις (τυφοειδής πυρετός) |
| Shigella dysenteriae | Σιγκελώσεις (πυρετός, κοιλιακοί πόνοι, διάρροιες) |
| Vibrio cholerae | Χολέρα |
| Pseudomonas aeruginosa | Νοσοκομειακές λοιμώξεις |
| Corynebacterium diphtheriae | Διφθερίτιδα |
| Mycobacterium tuberculosis | Φυματίωση |
| Bacillus anthracis | Ασθένεια του άνθρακα |
| Treponema pallidum | Σύφιλη |
Το όνομα του βακτηρίου Bacillus anthracis και της νόσου του άνθρακα προέρχεται από την ελληνική λέξη «άνθρακας» (κάρβουνο), επειδή οι πληγές που σχηματίζονται στο δέρμα έχουν χαρακτηριστικό μαύρο κεντρικό τμήμα. Ο Ρόμπερτ Κοχ, μελετώντας το συγκεκριμένο βακτήριο, απέδειξε για πρώτη φορά ότι ένα βακτήριο μπορεί να προκαλέσει ασθένεια στον άνθρωπο, διατυπώνοντας κριτήρια που χρησιμοποιούν οι μικροβιολόγοι μέχρι σήμερα. Το 1881 ο Λουί Παστέρ παρασκεύασε το πρώτο αποτελεσματικό εμβόλιο για βακτηριακό νόσημα, ακριβώς για τον άνθρακα. Ο δερματικός άνθρακας (95% των περιστατικών) σπάνια είναι θανατηφόρος, ενώ ο πνευμονικός άνθρακας, που προκαλείται από εισπνοή σπορίων, είναι πολύ πιο επικίνδυνος. Η νόσος δεν μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο — χρειάζεται άμεση έκθεση στα βακτήρια ή στα σπόριά τους.
Ιοί 🧬
Οι ιοί ανακαλύφθηκαν στο τέλος του 19ου αιώνα. Το πολύ μικρό τους μέγεθος (περίπου 20 έως 250 nm) δυσκόλεψε αρχικά τη μελέτη τους, μέχρι που η ανακάλυψη του ηλεκτρονικού μικροσκοπίου επέτρεψε να προσδιοριστούν πολλά στοιχεία της δομής τους.
Οι ιοί έχουν σχετικά απλή δομή: αποτελούνται από ένα πρωτεϊνικό περίβλημα με χαρακτηριστική γεωμετρία, το καψίδιο, μέσα στο οποίο προφυλάσσεται το γενετικό τους υλικό. Ορισμένοι ιοί διαθέτουν και ένα επιπλέον, λιποπρωτεϊνικό περίβλημα, το έλυτρο. Το γενετικό υλικό ενός ιού μπορεί να είναι είτε DNA είτε RNA και περιέχει πληροφορίες για τη σύνθεση των πρωτεϊνών του περιβλήματός του, καθώς και ορισμένων ενζύμων απαραίτητων για τον πολλαπλασιασμό του.
Οι ιοί δεν έχουν δικό τους μεταβολικό μηχανισμό: εξασφαλίζουν από τον ξενιστή τους τους μηχανισμούς αντιγραφής, μεταγραφής και μετάφρασης, καθώς και τα περισσότερα ένζυμα που χρειάζονται. Γι' αυτό χαρακτηρίζονται ως υποχρεωτικά κυτταρικά παράσιτα: δεν μπορούν να πολλαπλασιαστούν έξω από ζωντανό κύτταρο.
Ως προς το είδος του ξενιστή που προσβάλλουν, οι ιοί διακρίνονται σε ιούς βακτηρίων, ιούς φυτών και ιούς ζώων. Η εξειδίκευσή τους όμως δεν αφορά μόνο το είδος του οργανισμού αλλά και το συγκεκριμένο κύτταρο ή ιστό στον οποίο παρασιτούν: για παράδειγμα, ο ιός της πολιομυελίτιδας προσβάλλει τα νευρικά κύτταρα του νωτιαίου μυελού, ενώ ο ιός της γρίπης τα επιθηλιακά κύτταρα της αναπνευστικής οδού. Με βάση το είδος του γενετικού τους υλικού, οι ιοί διακρίνονται επίσης σε ιούς DNA και ιούς RNA, καθένας από τους οποίους ακολουθεί διαφορετικό κύκλο ζωής.
Το ερώτημα δεν έχει μονοσήμαντη απάντηση, γιατί εξαρτάται από το πώς ορίζουμε την «ζωή». Αν θεωρήσουμε οργανισμό μια αυτοτελή μονάδα με ανεξάρτητες δομές και λειτουργίες, οι ιοί δεν είναι οργανισμοί, αφού δεν έχουν λειτουργική ανεξαρτησία — εξαρτώνται πλήρως από το κύτταρο-ξενιστή. Αν όμως δώσουμε έμφαση στην αναπαραγωγή και στην ικανότητα ανεξάρτητης εξέλιξης, θα μπορούσαν να θεωρηθούν οργανισμοί, αφού αναπαράγονται και εξελίσσονται με δικό τους ρυθμό. Δεν υπάρχει «σωστή» απάντηση — δείχνει απλώς πόσο δύσκολο είναι να ορίσουμε επιστημονικά τι είναι ζωή.
Πολλαπλασιασμός των ιών
Ο πολλαπλασιασμός των ιών γίνεται πάντα στο εσωτερικό κυττάρων-ξενιστών. Για να εισέλθει ένας ιός σε ένα κύτταρο, πρέπει πρώτα να προσκολληθεί στην επιφάνειά του. Οι ιοί με έλυτρο μπορούν είτε να εισέλθουν ολόκληροι στο κύτταρο-ξενιστή είτε να αφήσουν το έλυτρό τους έξω, προσκολλημένο στην επιφάνεια. Στους ιούς που έχουν μόνο καψίδιο, αυτό συνήθως παραμένει έξω, και μόνο το νουκλεϊκό οξύ εισέρχεται στο κύτταρο. Από τη στιγμή που το νουκλεϊκό οξύ του ιού βρεθεί μέσα στο κύτταρο, μπορεί να ξεκινήσει ο πολλαπλασιασμός του, με τη βοήθεια των μηχανισμών και των ενζύμων του κυττάρου-ξενιστή.
Ο πολλαπλασιασμός των ιών με δίκλωνο DNA (όπως οι ερπητοϊοί) γίνεται στον πυρήνα του κυττάρου-ξενιστή. Μετά την είσοδο του γενετικού υλικού, το DNA του ιού μπορεί να ενσωματωθεί στο γονιδίωμα του κυττάρου και να παραμείνει σε λανθάνουσα κατάσταση για κάποιο διάστημα, διπλασιαζόμενο μαζί με το γονιδίωμα του κυττάρου κάθε φορά που αυτό διαιρείται. Κάτω από ορισμένα ερεθίσματα, το DNA του ιού μπορεί να ενεργοποιηθεί και να εκφραστεί, οδηγώντας στον σχηματισμό πολλών νέων ιών, οι οποίοι απελευθερώνονται και μολύνουν άλλα κύτταρα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο πολλαπλασιασμός των ρετροϊών — μιας ειδικής κατηγορίας RNA ιών, στην οποία ανήκει και ο ιός του AIDS. Το γενετικό τους υλικό αποτελείται από δύο μονόκλωνα μόρια RNA, καθένα συνδεδεμένο με ένα μόριο αντίστροφης μεταγραφάσης, ενός ενζύμου που καταλύει την αντίστροφη μεταγραφή, δηλαδή τη σύνθεση DNA με πρότυπο RNA. Μετά την είσοδο στο κύτταρο-ξενιστή, το RNA του ιού χρησιμεύει ως πρότυπο για την παραγωγή ενός μονόκλωνου DNA, το οποίο γίνεται δίκλωνο με τη βοήθεια ενζύμων του κυττάρου και ενσωματώνεται στο γενετικό υλικό του κυττάρου-ξενιστή. Από εκεί και πέρα, κάθε φορά που το κύτταρο αντιγράφει το DNA του για να αναπαραχθεί, αντιγράφεται και το ενσωματωμένο γενετικό υλικό του ιού — έτσι το «κληρονομούν» και οι επόμενες γενιές κυττάρων. Κάποια στιγμή, το γενετικό υλικό του ιού ενεργοποιείται, μεταγράφεται και μεταφράζεται, παράγοντας νέα ιικά RNA και πρωτεΐνες που συνδυάζονται σε νέους ιούς, οι οποίοι εγκαταλείπουν το κύτταρο και μολύνουν άλλα.
Η αποκρυπτογράφηση του γονιδιώματος παθογόνων μικροοργανισμών —όπως των βακτηρίων που προκαλούν τη λέπρα (Mycobacterium leprae), την πανώλη (Yersinia pestis), τον τυφοειδή πυρετό (Salmonella typhi), τον κοκίτη (Bordetella pertussis) και τη διφθερίτιδα (Corynebacterium diphtheriae)— βοηθά τους επιστήμονες να καταλάβουν τι τα κάνει παθογόνα, γιατί αναπτύσσουν αντοχή σε αντιβιοτικά, και πώς μπορούν να σχεδιαστούν νέα εμβόλια και φάρμακα εναντίον τους.
1.2.2 Μετάδοση και αντιμετώπιση των παθογόνων μικροοργανισμών 🧑⚕️
Η είσοδος ενός παθογόνου μικροοργανισμού στον οργανισμό ονομάζεται μόλυνση, ενώ η εγκατάστασή του και ο πολλαπλασιασμός του ονομάζεται λοίμωξη. Οι ασθένειες που προκαλούνται από παθογόνους μικροοργανισμούς ονομάζονται λοιμώδη νοσήματα.
Πότε μια ασθένεια θεωρείται λοιμώδης — τα κριτήρια του Κοχ
Ο Ρόμπερτ Κοχ, μελετώντας το 1882 τον τρόπο μετάδοσης της φυματίωσης, διατύπωσε τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να θεωρηθεί μια ασθένεια λοιμώδης — τα λεγόμενα κριτήρια του Κοχ. Σύμφωνα με αυτά, μια ασθένεια οφείλεται σε συγκεκριμένο παθογόνο μικροοργανισμό όταν ο μικροοργανισμός αυτός:
- Ανιχνεύεται στους ιστούς ή στα υγρά του ασθενούς, ή στον οργανισμό ατόμων που πέθαναν από την ασθένεια αυτή.
- Μπορεί να απομονωθεί και να καλλιεργηθεί στο εργαστήριο.
- Μπορεί να προκαλέσει την ίδια ασθένεια σε πειραματόζωα και να απομονωθεί εκ νέου από αυτά.
Τοξίνες
Πολλά μικρόβια απειλούν την υγεία μέσω των ουσιών που παράγουν, των τοξινών, οι οποίες διακρίνονται σε δύο κατηγορίες:
| Κατηγορία | Πού βρίσκονται | Δράση |
|---|---|---|
| Ενδοτοξίνες | Στο κυτταρικό τοίχωμα ορισμένων παθογόνων βακτηρίων | Προκαλούν πυρετό, πτώση πίεσης του αίματος κ.ά. |
| Εξωτοξίνες | Εκκρίνονται από τα παθογόνα βακτήρια | Διασπείρονται με το αίμα και προσβάλλουν συγκεκριμένα όργανα, ανάλογα με τη φύση τους |
Τρόποι μετάδοσης
Οι παθογόνοι μικροοργανισμοι μπορούν να μεταδοθούν στον άνθρωπο με πολλούς τρόπους:
- Με την τροφή και το νερό
- Με την επαφή με μολυσμένα ζώα
- Με τα σταγονίδια του βήχα ή του φτερνίσματος ασθενούς ατόμου
- Με την άμεση επαφή με μολυσμένα άτομα
- Με την έμμεση επαφή με αντικείμενα που έχουν χρησιμοποιηθεί από μολυσμένο άτομο
Συνήθως οι μικροοργανισμοί εισέρχονται στον οργανισμό από κάποια ασυνέχεια του δέρματος (π.χ. πληγή) ή από τους βλεννογόνους που καλύπτουν κοιλότητες του σώματος, όπως το στόμα, το στομάχι ή ο κόλπος.
Η πρόληψη των μολύνσεων και η αντιμετώπιση των λοιμώξεων προϋποθέτουν τη γνώση των μηχανισμών ανάπτυξης και πολλαπλασιασμού των συγκεκριμένων μικροβίων. Η γνώση αυτή στάθηκε σημαντικό όπλο στην προσπάθεια του ανθρώπου να αντιμετωπίσει πολλές μεταδοτικές ασθένειες.
Κανόνες υγιεινής ως πρόληψη
Η υιοθέτηση και η τήρηση κανόνων προσωπικής και δημόσιας υγιεινής είναι αναγκαία προϋπόθεση για την αποφυγή μετάδοσης λοιμωδών ασθενειών:
- Το δέρμα, τα μαλλιά και ιδιαίτερα τα χέρια πρέπει να πλένονται τακτικά.
- Τρόφιμα όπως τα λαχανικά πρέπει να πλένονται καλά.
- Τρόφιμα όπως το γάλα πρέπει να παστεριώνονται.
- Το νερό πρέπει να χλωριώνεται, με συνεχή έλεγχο της χλωρίωσης, ώστε να μην αναπτύσσονται παθογόνοι μικροοργανισμοί.
- Για την αποφυγή μετάδοσης αφροδίσιων νοσημάτων συνιστάται η χρήση προφυλακτικού κατά τη σεξουαλική επαφή.
Η παστερίωση καταστρέφει όλα τα παθογόνα μικρόβια και τα περισσότερα (όχι όλα) μη παθογόνα. Δεν πρόκειται δηλαδή για πλήρη αποστείρωση — γι' αυτό ακόμη και το παστεριωμένο γάλα, αν παραμείνει εκτός ψυγείου για πολύ καιρό, μπορεί τελικά να αλλοιωθεί.
Αντιβιοτικά
Η αντιμετώπιση των βακτηριακών λοιμώξεων στηρίζεται σήμερα σε μεγάλο βαθμό στα αντιβιοτικά: χημικές ουσίες με αντιμικροβιακή δράση, που παράγονται από βακτήρια, μύκητες και φυτά.
Το πρώτο αντιβιοτικό, η πενικιλίνη, ανακαλύφθηκε τυχαία από τον Αλεξάντερ Φλέμινγκ το 1929. Ο Φλέμινγκ παρατήρησε ότι σε κάποιες καλλιέργειές του είχε αναπτυχθεί τυχαία ένας μύκητας του γένους Penicillium, γύρω από τον οποίο η ανάπτυξη των βακτηριακών κυττάρων είχε ανασταλεί εντελώς. Από αυτήν την παρατήρηση προέκυψε ένα από τα σημαντικότερα φάρμακα στην ιστορία της ιατρικής.
Τα αντιβιοτικά δρουν αναστέλλοντας ή παρεμποδίζοντας κάποια ειδική βιοχημική αντίδραση του μικροοργανισμού. Όλα τα γνωστά αντιβιοτικά ακολουθούν έναν από τους εξής μηχανισμούς δράσης:
- Παρεμποδίζουν τη σύνθεση του κυτταρικού τοιχώματος των μικροοργανισμών (π.χ. η πενικιλίνη).
- Αναστέλλουν κάποια αντίδραση του μεταβολισμού των μικροοργανισμών.
- Παρεμβαίνουν στις λειτουργίες αντιγραφής, μεταγραφής και μετάφρασης του γενετικού τους υλικού.
- Προκαλούν διαταραχές στη λειτουργία της πλασματικής τους μεμβράνης.
Τα αντιβιοτικά προέρχονται κυρίως από τρεις πηγές: περίπου το 5% παράγεται από βακτήρια (κυρίως του γένους Bacillus — π.χ. πολυμιξίνες, τυροσιδίνη), περίπου το 20% παράγεται από μύκητες (π.χ. πενικιλίνες, κεφαλοσπορίνες), ενώ τα περισσότερα παράγονται από ακτινομύκητες, κυρίως του γένους Streptomyces (π.χ. χλωραμφενικόλη, στρεπτομυκίνη, ερυθρομυκίνη, τετρακυκλίνες).
Τα αντιβιοτικά δρουν επιλεκτικά: βλάπτουν μόνο τους μικροοργανισμούς και όχι τα κύτταρα του ανθρώπινου οργανισμού. Επειδή όμως δρουν γενικά αναστέλλοντας βιοχημικές διεργασίες βακτηρίων, μυκήτων και πρωτόζωων, δεν είναι αποτελεσματικά κατά των ιών — οι ιοί δε διαθέτουν δικό τους μεταβολικό μηχανισμό, αφού είναι υποχρεωτικά κυτταρικά παράσιτα.
Ένα από τα πιο συχνά λάθη είναι η χρήση αντιβιοτικών για το κρυολόγημα ή τη γρίπη. Τα αντιβιοτικά στοχεύουν σε βιοχημικές διεργασίες (σύνθεση τοιχώματος, μεταβολισμός, αντιγραφή) που έχουν μόνο τα κύτταρα — βακτήρια, μύκητες, πρωτόζωα. Οι ιοί δεν διαθέτουν τέτοιο δικό τους μηχανισμό, οπότε δεν υπάρχει τίποτα πάνω στο οποίο να «πιάσει» το αντιβιοτικό.
Η ανακάλυψη των αντιβιοτικών έφερε επανάσταση στην αντιμετώπιση των βακτηριακών λοιμώξεων. Ωστόσο, η αλόγιστη χρήση τους έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία στελεχών βακτηρίων ανθεκτικών στα αντιβιοτικά, γεγονός που κάνει ολοένα πιο επιτακτική την ανάγκη ανακάλυψης νέων αντιβιοτικών.
Σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα
Τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα —αυτά δηλαδή που μεταδίδονται κατά κύριο λόγο με τη σεξουαλική επαφή— είναι ευρέως διαδεδομένα σε όλες τις χώρες του κόσμου και αποτελούν σημαντικό πρόβλημα δημόσιας υγείας, καθώς μπορούν να προκαλέσουν στειρότητα, νοσηρότητα ακόμη και θνησιμότητα.
Κάθε χρόνο, παγκοσμίως, καταγράφονται περίπου 250 εκατομμύρια περιστατικά τέτοιων νοσημάτων, εκ των οποίων περίπου το 1/3 αφορά εφήβους. Εκτός από τη σεξουαλική επαφή, τα περισσότερα μπορούν να μεταδοθούν και μέσω του αίματος ή των παραγώγων του (π.χ. σε μεταγγίσεις ή με χρήση μολυσμένης σύριγγας), καθώς και από τη μολυσμένη μητέρα στο έμβρυο.
| Αίτιο | Παραδείγματα νοσημάτων |
|---|---|
| Βακτήρια | Σύφιλη, γονοκοκκική ουρηθρίτιδα (γονόρροια), λοίμωξη από χλαμύδια |
| Ιοί | Απλός έρπητας, λοίμωξη από ιούς ανθρώπινων θηλωμάτων, AIDS, ηπατίτιδα Β, ηπατίτιδα C |
| Πρωτόζωα | Λοίμωξη από τριχομονάδα |
| Μύκητες | Λοίμωξη από κάντιντα |
Σύφιλη. Χρόνια σοβαρή νόσος που οφείλεται στο βακτήριο Treponema pallidum και εξελίσσεται σε τρία στάδια. Θεραπεύεται με το αντιβιοτικό πενικιλίνη, ενώ δεν υπάρχει εμβόλιο. Η διάγνωση γίνεται με ειδικές εξετάσεις αίματος — όσο νωρίτερα γίνει, τόσο πιο αποτελεσματική είναι η θεραπεία. Ένα άτομο που θεραπεύτηκε μπορεί να μολυνθεί ξανά, αν έρθει σε σεξουαλική επαφή με μολυσμένο σύντροφο.
Γονοκοκκική ουρηθρίτιδα (γονόρροια). Πιο διαδεδομένη από τη σύφιλη. Στους άντρες προκαλεί φλεγμονή στην ουρήθρα με έκκριση λευκού, παχύρρευστου υγρού με πύον και πόνο κατά την ούρηση — χωρίς θεραπεία, η φλεγμονή μπορεί να προχωρήσει στον προστάτη και στους όρχεις και να προκαλέσει στειρότητα. Στις γυναίκες προκαλεί επίσης ουρηθρίτιδα, πόνο κατά την ούρηση και αυξημένα κολπικά εκκρίματα, αλλά ένα μεγάλο ποσοστό γυναικών είναι ασυμπτωματικοί φορείς, δηλαδή δεν έχουν συμπτώματα και δεν ακολουθούν θεραπεία. Στο 15–30% αυτών των περιπτώσεων η μόλυνση προχωρεί στον τράχηλο, στη μήτρα και τελικά στις σάλπιγγες, προκαλώντας στειρότητα.
Λοίμωξη από ιούς των ανθρώπινων θηλωμάτων. Προκαλεί γεννητικά κονδυλώματα, νόσο πολύ συχνή σε νεαρά άτομα και των δύο φύλων. Οι αλλοιώσεις (υπερπλασίες επιθηλιακών κυττάρων στο δέρμα ή στους βλεννογόνους) μπορεί να είναι ορατές, όπως τα οξυτενή κονδυλώματα, ή μη ορατές. Δεν υπάρχει ούτε εμβόλιο ούτε οριστική θεραπεία — μόνο τοπική αντιμετώπιση των κονδυλωμάτων.
Λοίμωξη από χλαμύδια. Πιθανολογείται ότι είναι σήμερα το πιο συχνό σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα. Τα συμπτώματα μοιάζουν με αυτά της γονόρροιας, αλλά σε πιο ήπια μορφή (γι' αυτό ονομάζεται και μη γονοκοκκική ουρηθρίτιδα). Στους άντρες παρουσιάζεται ουρηθρίτιδα με έκκριση λευκού-γκρίζου λεπτόρρευστου υγρού, στις γυναίκες αυξημένα κολπικά εκκρίματα, επώδυνη ούρηση και κοιλιακός πόνος. Υπάρχουν πολλοί ασυμπτωματικοί φορείς και στα δύο φύλα. Η διάγνωση γίνεται με κυτταροκαλλιέργεια ουρηθρικού ή κολπικού εκκρίματος και με ειδικές εξετάσεις αίματος. Η θεραπεία γίνεται με κατάλληλα αντιβιοτικά· εμβόλιο δεν υπάρχει.
Πολλά σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα —γονόρροια, χλαμύδια, ιοί θηλωμάτων— μπορούν να μεταδοθούν από άτομα που δεν έχουν κανένα σύμπτωμα και δε γνωρίζουν καν ότι είναι μολυσμένα. Αυτός είναι ένας από τους βασικότερους λόγους για τους οποίους τα νοσήματα αυτά εξαπλώνονται τόσο εύκολα, και γιατί η προληπτική χρήση προφυλακτικού είναι σημαντική ανεξάρτητα από την «εμφανή» υγεία ενός συντρόφου.