Νόμος Ζήτησης - Καμπύλη Ζήτησης 📉
Ο Νόμος της Ζήτησης
Ο καταναλωτής, στην επιδίωξή του να μεγιστοποιήσει τη χρησιμότητά του από την κατανάλωση ενός αγαθού, επηρεάζεται βασικά:
- Πρώτο, από το εισόδημά του.
- Δεύτερο, από την ύπαρξη άλλων παρόμοιων αγαθών που μπορούν να ικανοποιήσουν την ίδια ανάγκη, δηλαδή από υποκατάστατα αγαθά.
Έτσι, αν αυξηθεί η τιμή ενός αγαθού, ο καταναλωτής είναι πιθανότερο να αγοράσει λιγότερες μονάδες από το συγκεκριμένο αγαθό, αφού το εισόδημά του δεν επαρκεί για να συνεχίσει να αγοράζει τις ίδιες ποσότητες, και επιπλέον μπορεί να υποκαταστήσει το αγαθό αυτό με ένα παρόμοιο φθηνότερο αγαθό. Για παράδειγμα, αν αυξηθεί η τιμή του μοσχαρίσιου κρέατος, οι καταναλωτές μπορεί να στραφούν στην κατανάλωση χοιρινού ή πουλερικών και να μειώσουν την κατανάλωση του μοσχαρίσιου.
Τα αποτελέσματα θα είναι αντίθετα, αν υποθέσουμε ότι η τιμή του αγαθού μειώνεται. Ο καταναλωτής θα μπορεί με το ίδιο εισόδημα να αγοράζει περισσότερες μονάδες του αγαθού, καθώς και να υποκαταστήσει άλλα αγαθά με το σχετικά φθηνότερο συγκεκριμένο αγαθό.
Σύμφωνα με τα παραπάνω προκύπτει ο νόμος της ζήτησης: όταν η τιμή ενός αγαθού μειώνεται, ο καταναλωτής αυξάνει την ποσότητα που ζητάει (ζητούμενη ποσότητα). Όταν η τιμή του αγαθού αυξάνεται, ο καταναλωτής μειώνει την ποσότητα που ζητάει (ζητούμενη ποσότητα).
Υπάρχει, δηλαδή, αρνητική σχέση μεταξύ της τιμής ενός αγαθού και της ζητούμενης ποσότητας από αυτό το αγαθό. Η αρνητική αυτή σχέση τιμής και ζητούμενης ποσότητας αποτελεί τον νόμο της ζήτησης, ο οποίος μπορεί γενικά να διατυπωθεί ως εξής:
Όταν η τιμή ενός αγαθού μειώνεται, αυξάνεται η ζητούμενη ποσότητά του, και, όταν η τιμή του αυξάνεται, μειώνεται η ζητούμενη ποσότητα από το αγαθό αυτό, όταν οι άλλοι παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν τη ζήτηση παραμένουν σταθεροί (ceteris paribus).
Ο νόμος της ζήτησης συνδέει την τιμή με τη ζητούμενη ποσότητα του ίδιου αγαθού, ceteris paribus. Η σχέση αυτή είναι πάντα αρνητική: τιμή και ζητούμενη ποσότητα κινούνται προς αντίθετες κατευθύνσεις.
Παράδειγμα
Ένας καταναλωτής με δεδομένο εισόδημα αγοράζει 4 κιλά πορτοκάλια, όταν η τιμή των πορτοκαλιών είναι 0,3 ευρώ το κιλό. Αν η τιμή αυξηθεί και γίνει 0,4 ευρώ το κιλό, τότε αγοράζει 3 κιλά. Αν η τιμή μειωθεί και γίνει 0,2 ευρώ το κιλό, αγοράζει 6 κιλά.
Το παράδειγμα αυτό μπορεί να απεικονιστεί σε διάγραμμα: στον κατακόρυφο άξονα μετράμε τις τιμές (P) των πορτοκαλιών και στον οριζόντιο άξονα τις ζητούμενες ποσότητες (Q) των πορτοκαλιών από τον συγκεκριμένο καταναλωτή.
Η Καμπύλη Ζήτησης
Το διάγραμμα που προκύπτει από το παραπάνω παράδειγμα, επειδή αναφέρεται σε ένα μόνο άτομο - καταναλωτή, λέμε ότι δείχνει την ατομική καμπύλη ζήτησης του συγκεκριμένου καταναλωτή.
Ένας άλλος καταναλωτής, με διαφορετικές προτιμήσεις ή με διαφορετικό εισόδημα, θα αγόραζε στις ίδιες τιμές διαφορετικές ποσότητες πορτοκαλιών, όπως φαίνεται στον παρακάτω πίνακα:
| Τιμή (P) | Ζητούμενη ποσότητα (Q) |
|---|---|
| 0,2 | 9 |
| 0,3 | 6 |
| 0,4 | 4,5 |
Δύο καταναλωτές με διαφορετικές προτιμήσεις ή εισόδημα δεν αγοράζουν την ίδια ποσότητα στην ίδια τιμή. Η ατομική καμπύλη ζήτησης εκφράζει πάντα τη συμπεριφορά ενός συγκεκριμένου καταναλωτή, όχι μια γενική «μέση» συμπεριφορά.