1. Κείμενο
ΔΙΑΒΑΣΕ ΤΟ
Κάτι δεν κατάλαβες; Επίλεξε το κομμάτι και πάτα «Ρώτα την Αφροδίτη». Σου το εξηγεί αμέσως.

🦜 Τρύπωνας ο φαφαγάλος 🦜

Η κυρία Καλλιόπη έχει στο σπίτι της ένα καναρίνι και έναν παπαγάλο που τον λένε Τρύφωνα. Ο Τρύφωνας μιλάει αλλά μπερδεύει το πι με το φι. Ο Μάριος και η Αλεξάνδρα είναι αδέρφια που ζουν στο διπλανό σπίτι και διασκεδάζουν πολύ ακούγοντας τον Τρύφωνα να μιλάει. Ο Μάριος και η Αλεξάνδρα φέρνουν στην κυρία Καλλιόπη ένα πιάτο με γλυκά που στέλνει η μαμά τους.

Πριν καλά καλά η κυρία Καλλιόπη τους πει ευχαριστώ, ο Τρύφωνας πετάγεται και λέει:

— Εμένα απτά τα κανταΐπια μ’ αρέσουν φολύ...

— Δεν είναι κανταΐφι, Τρύφωνα, είναι γαλακτομπούρεκο, του λέει η κυρία Καλλιόπη και πετάει μια καθαρισμένη πατάτα μέσα στην κατσαρόλα με το νερό. Πάντως, εσύ δεν πρόκειται να φας ούτε μια μπουκιά αν δε βεβαιωθώ πρώτα ότι ξέρεις τη γραμματική σου.

— Εγώ τη γραμματική την μπερδεύω λιγάκι με τη γυμναστική, αλλά δεν κάνω φοτέ λάθη.

— Πρέπει να κάνουμε λάθη, Τρύφωνα, γιατί έτσι μαθαίνουμε. Τι λες κι εσύ, Μάριε; λέει η κυρία Καλλιόπη.

— Ο δάσκαλός μας έχει πει να μη φοβόμαστε τα λάθη μας, αλλά να τα αγαπάμε, γιατί αυτά μας μαθαίνουν το σωστό, απαντάει ο Μάριος.

— Πολύ σωστά, Μάριε, λέει η κυρία Καλλιόπη. Τ’ άκουσες, Τρύφωνα;

— Το άκουσα όλο.

— Άντε, καμάρι μου, έλα να μάθουμε λιγάκι τους τόνους. Θα σε βοηθήσουμε κι εγώ και τα παιδιά.

Ο Τρύφωνας δίνει ένα σάλτο τώρα και βολεύεται πάνω στο κλουβί.

— Ρώτα με, Καλλιόφη! Για ν’ ακούσει και το καναρίνι φόσο καλός είμαι!

— Πες μου λοιπόν, αρχίζει η κυρία Καλλιόπη χαμογελώντας, πού τονίζεται η λέξη λαγός;

— Στο λου! απαντάει γρήγορα ο Τρύφωνας.

Η κυρία Καλλιόπη αφήνει κάτω την πατάτα και τον κοιτάζει αυστηρά.

— Πρώτ’ απ’ όλα, Τρύφωνα, δεν το λένε λου αλλά λάμδα. Κι ύστερα, πόσες φορές σ’ το ’χω πει ότι τα σύμφωνα δεν τονίζονται;

— Τότε στο ξου!

— Μα πού το είδες το ξι στη λέξη λαγός, ευλογημένο πουλί; φωνάζει τώρα η κυρία Καλλιόπη, πολύ θυμωμένη.

— Στο γου; ρωτάει χαριτωμένα ο Τρύφωνας.

Τώρα η κυρία Καλλιόπη σηκώνεται όρθια. Φαίνεται πολύ θυμωμένη. Πετάει μια μεγάλη πατάτα μέσα στην κατσαρόλα με το νερό, τα νερά πετάγονται και μας κάνουν μούσκεμα.

— Η λέξη λαγός, φωνάζει και κοιτάζει θυμωμένη τον Τρύφωνα, τονίζεται στο...

— Όμικρον! πετάγεται εκείνος.

— Το ’ξερες; τον ρωτάει και πέφτει αποκαμωμένη πάνω στην καρέκλα της.

— Ναι.

— Και γιατί μου ’βγαλες το λάδι μ’ όλ’ αυτά τα λάθη; Ε; Γιατί;

— Εσύ δε μου είφες φως φρέφει να κάνω λάθη για να μάθω; Ε; Δε μου το είφες; λέει ο Τρύφωνας, πετάει πάνω στην κερασιά και βολεύεται σ’ ένα κλαδί. Φαράξενα φουλιά απτοί οι άνθρωφοι, μονολογεί. Φρώτα σου μαθαίνουν κάτι και μόλις εσύ το μάθεις καλά σε μαλώνουν κι αφοφάνω.

Άννα Κωσταλλά, Τρύπωνας ο φαφαγάλος, εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2001 (διασκευή)