Το μεγάλο μυστικό 🌊🧭
Μια παρέα παιδιών, με αρχηγό τον Κωσταντή, ζει σ’ ένα νησί και μαζί σκαρώνουν ένα σωρό τρέλες. Αυτή τη φορά ξεκίνησαν να μαζέψουν αχινούς στην είσοδο μιας σπηλιάς. 🦀
Συνεχίσαμε την πορεία μας για τη σπηλιά. Όταν φτάσαμε κοντά, ένα κοπάδι γκρίζα αγριοπερίστερα πέταξαν τρομαγμένα, χτυπώντας τα φτερά τους. 🕊️ Καθίσαμε έξω σ’ ένα μεγάλο βράχο, για να ξεκουραστούμε.
Γύρισα και κοίταξα τη σπηλιά. Το λιγοστό φως της μέρας φώτιζε την είσοδό της. Πιο μέσα όλα ήταν σκοτεινά. Η ώρα κυλούσε ευχάριστα, αλλά ο αέρας δυνάμωνε και η θάλασσα φουρτούνιαζε. 🌊 Τα αφρισμένα κύματα χτυπούσαν τα βράχια, παρασέρνοντας τις πέτρες και τα βότσαλα της μικρής παραλίας.
— Έχεις μπει ποτέ σου μέσα; ρώτησα τον Κωσταντή.
— Φυσικά και έχω μπει. Γιατί, εσύ φοβάσαι να μπεις;
Δίστασα λίγο να απαντήσω.
— Για να πω την αλήθεια, φοβάμαι.
— Κοιτάτε, μωρέ, ένα φοβητσιάρη που τον έχουμε και στην ομάδα μας... κορόιδεψε. 😏
Έσκυψα το κεφάλι από ντροπή. Σε λίγο μπήκαν στη συζήτηση και οι άλλοι.
— Έχω ακούσει πως κάποτε σ’ αυτήν εδώ τη σπηλιά έκρυβαν οι πειρατές τους θησαυρούς τους, είπε ο Δημήτρης.
— Δεν ξέρω τι γινόταν παλιά, πήρε και πάλι το λόγο ο Κωσταντής. Εγώ δε βρήκα κανένα θησαυρό. Λοιπόν, για να δούμε ποιος από εσάς έχει ψυχή μέσα του. Όποιο παλικάρι μπει στη σπηλιά, θα του δώσω τη σφυρίχτρα μου. 😲
Κοιταχτήκαμε όλοι μεταξύ μας αλλά κανένας δεν σηκώθηκε από τη θέση του. Μας είχε κυριεύσει δέος για τη σπηλιά και μια ανατριχίλα για το τι θα συναντούσαμε εκεί μέσα.
— Μωρέ, κάτι παλικάρια που έχω στην ομάδα μου! Κανένας θαρραλέος! συνέχισε ο αρχηγός. 😒
Κανένας δεν κουνήθηκε από τη θέση του.
— Γιατί δεν πηγαίνεις εσύ; τον ρώτησε ο Γρηγόρης.
— Εγώ… κόμπιασε, έχω ξαναπάει. Αν θέλει, ας μπει κάποιος άλλος.
— Τότε να πάμε όλοι μαζί, πρότεινε ο Νικολής.
— Καλή ιδέα, απάντησε με ανακούφιση ο Κωσταντής, βγαίνοντας από τη δύσκολη θέση. 😅
— Να μην προχωρήσουμε πολύ μέσα, δε θα βλέπουμε, είπε ο Σταύρακας. 🌘 Έφυγε και ο ήλιος και σε λίγο θα σκοτεινιάσει περισσότερο.
Προχωρήσαμε αργά και φοβισμένα. Σταθήκαμε λίγο για να συνηθίσουν τα μάτια μας στο μισοσκόταδο. 👁️ Τα πόδια μας βούλιαζαν στη μαλακή άμμο και η υγρασία μας πάγωνε ακόμα περισσότερο. 🥶 Ένα ξαφνικό πέταγμα ενός θηλυκού περιστεριού που πύρωνε τα αβγά του μας έκανε να τρομάξουμε. 🕊️
Η σπηλιά ήταν τεράστια. Από την οροφή κρέμονταν σταλαχτίτες, και από τις άκρες τους έπεφτε, σαν δάκρυ, το νερό. 💧
Κανένας δε μιλούσε. Προσπαθούσαμε να κρατήσουμε μέσα μας την πρωτόγνωρη εικόνα. Η σπηλιά συνεχιζόταν προς τα μέσα, αλλά το σκοτάδι μας εμπόδιζε να δούμε.
— Τι λέτε, να προχωρήσουμε ακόμα λίγο; ρώτησε ο Πιπίλας. Έχω μαζί μου έναν φακό. 🔦
Κανένας δεν απάντησε.
— Αν πάμε, θα πάμε όλοι μαζί και θα κρατάμε ο ένας το χέρι του άλλου, είπε ο αρχηγός μας. Συμφωνείτε;
Γύρισα και κοίταξα προς το άνοιγμα της σπηλιάς. Η απόσταση ήταν μικρή, αλλά κάθε βήμα προς τα μέσα ήταν σαν να προχωρούσαμε προς το άγνωστο... 😨